Μόλις είδα μια ταινία. "Lars and the real girl" τη λένε. Ήθελα κάτι χαλαρό, για να κάνω ένα διάλειμμα από το διάβασμα, αλλά τελικά δεν ήταν και τόσο.
Η ιστορία ξεκινάει κάπως έτσι: ο Lars, μην μπορώντας να κάνει ουσιαστικές σχέσεις, κάνει "σχέση" με μια πλαστική κούκλα! (Δε σας λέω τι γίνεται στη συνέχεια, για να μη σας το χαλάσω σε περίπτωση που θέλετε να τη δείτε.)
Σκεφτόμουν, λοιπόν, πόσο δύσκολες έχουν γίνει οι σχέσεις.
Είμαστε οι ίδιοι τόσο αυτιστικοί; Ζούμε σε μια γυάλα, όπως το τριαντάφυλλο του Μικρού Πρίγκηπα, και δεν επιτρέπουμε σε κανέναν να πλησιάσει πιο κοντά απ’ όσο του επιτρέπει το γυαλί; Ή –ακόμα κι αν πλησιάσει- ξέρουμε ότι τα αγκάθια μας θα τον εμποδίσουν να μας ακουμπήσει;
Δεν μπορώ να καταλάβω τι σόι φαύλος κύκλος είν’ αυτός μέσα στον οποίο έχουμε μπει. Προσπαθούμε να πληγώσουμε πριν μας πληγώσουν και κάθε φορά αυτό το χρονικό διάστημα μικραίνει, ώσπου δεν ασχολούμαστε καν και μένουμε μόνοι μας.
Κανονικά, δε θα ‘πρεπε να είναι έτσι δύσκολο. Ένα απόγευμα του Αυγούστου του 2007, που ήμουν στη Γαλλία, είχα πάει να δω ένα καθεδρικό ναό (αυτόν της φωτογραφίας). Στην επιστροφή, ένας κύριος (που θα μπορούσε να είναι και πατέρας μου) μου είπε "δεσποινίς, είστε πολύ γοητευτική", χωρίς κανένα περίεργο ή πονηρό τόνο. Με ξάφνιασε, τον ευχαρίστησα και συνέχισα τη βόλτα μου. (Όχι, δε με ακολούθησε.). Κι αν πάω ακόμη πιο παλιά, στα πάρτι που κάναμε στο δημοτικό ήταν πολύ πιθανό να έρθει κάποιο αγόρι να σου ζητήσει να χορέψετε. "Θες να χορέψουμε;" αυτό μόνο. Χωρίς αναλύσεις επί αναλύσεων για το «βαθύτερο νόημα» της ερώτησης. :Ρ
Πότε έγινε/κάναμε τόσο δύσκολη την (συν)ομιλία; Όταν αρχίσαμε να βγαίνουμε σε κλαμπ με δυνατή μουσική και ήταν αδύνατο ν’ ακούσουμε όχι μόνο τον άλλο, μα και τις ίδιες μας τις σκέψεις; Όταν αρχίσαμε να "μιλάμε" κρυμμένοι πίσω από οθόνες; Ή μήπως δε μάθαμε ποτέ να εκφραζόμαστε στην πραγματικότητα; Μάλλον –για να το θέσω πιο σωστά- δε μάθαμε να εκφραζόμαστε έχοντας τον άλλο δίπλα μας, μπροστά μας, στον ίδιο χώρο.
Τον ίδιο προβληματισμό έχω κι όταν βλέπω τη στήλη Σε είδα... στην Athens Voice. Δεν είναι πολύ ευκολότερο να μιλήσεις σε κάποιον απευθείας παρά να περιμένεις για το ενδεχόμενο να βρει το συγκεκριμένο τεύχος της εφημερίδας, να δει την αγγελία που τον αφορά και να απαντήσει πάλι μέσω της εφημερίδας; Ένα "γεια σου" αρκεί. Και να, η αρχή –που είναι το ήμισυ του παντός- έγινε. Δεν ξέρω πότε θα έρθει το τέλος, μπορεί σε 30 δευτερόλεπτα, μπορεί σε 5 λεπτά, μπορεί και σε 2 ώρες, αλλά, χωρίς "αρχή", δε θα μάθουμε ποτέ.
Εκτός κι αν αυτός ο φόβος για το "τέλος" είναι που δε μας αφήνει να τολμήσουμε την "αρχή". Αλλά σιγά το "τέλος" δηλαδή. Υπάρχουν πολύ πιο άσχημες καταστάσεις να σε ανησυχούν από το αν φας "χυλόπιτα" σε 5 λεπτά ή σε μισή ώρα. Στο κάτω-κάτω, θα έχεις κάτι να διηγείσαι και θα έχεις τονώσει την αυτοπεποίθηση του άλλου.
Εύχομαι ν’ αρχίσει σιγά-σιγά να αλλάζει αυτή η κατάσταση. Όχι τίποτα άλλο, μας βλέπω να κυκλοφορούμε σαν τον Lars, με μια κούκλα σε αναπηρικό καροτσάκι.
Άσκηση για (έξω από) το σπίτι (ισχύει και για μένα):
- λέμε "καλημέρα" ακόμη και όταν μπαίνουμε σε ασανσέρ με αγνώστους
- χαμογελάμε
- λέμε "γεια σου" όταν θέλουμε να μιλήσουμε σε κάποιον άγνωστο.
Αυτά από μένα.
Φιλιά!
Xaxakes: Πονάν τα χείλη μου (Γεια!)
---------------------
ΥΓ1: Μπορεί να είχα καιρό να γράψω και δεν ξέρω πότε θα ξαναγράψω, αλλά μια παράγραφο να διαβάζετε τη βδομάδα, θα σας κρατήσει κάμποσους μήνες :)
ΥΓ2: Σε περίπτωση που αναρωτιόσασταν, είμαι μια χαρά. Διαβάζω για τη σχολή, διαβάζω λογοτεχνία, βγαίνω έξω, βλέπω ταινίες, βγάζω φωτογραφίες. Είχα υπερβολικά πολύ καιρό κάνω ανάρτηση· από τη μια, δεν είχα καμιά ιδέα της προκοπής (δηλαδή, κι αυτά που έγραψα παραπάνω, μπερδεμένα μου φαίνονται) κι από την άλλη, δεν ήθελα να βάλω ένα ακόμη βιντεάκι.
Πάντως, το blog δεν το έχω βαρεθεί ακόμη. Είναι σαν αυτούς τους φίλους που, αν και δε συναντιέστε καθημερινά, ξέρεις ότι μπορείς να τους μιλήσεις όποτε θες.